Από την επομένη της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453 ξεκίνησαν τα επαναστατικά κινήματα του έθνους. Στις εξεγέρσεις αυτές υψωνόταν και από μια σημαία, "εν πανίον", αυτοσχέδια επινόηση του κάθε αρχηγού, γεγονός φυσιολογικό εφόσον δεν υπήρχε ενιαία κρατική υπόσταση για να επιβάλλει ένα κοινό έμβλημα. Οι σημαίες διέφεραν ως προς την μορφή όλες όμως ενσάρκωναν ένα κοινό πόθο, αυτόν της ελευθερίας. Oι περισσότερες σημαίες είχαν μερικά κοινά χαρακτηριστικά (βυζαντινή πορφύρα, δικέφαλος ή μονοκέφαλος αετός κ.ά.), με κυριότερο όλων τον σταυρό επειδή η Εκκλησία αποτελούσε τον κυριότερο παράγοντα συσπείρωσης των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας. Πολύ γρήγορα ο σταυρός επιβλήθηκε ως θρησκευτικό και πολιτικό έμβλημα του υποταγμένου έθνους, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε κληρικοί ετίθεντο επικεφαλής εξεγέρσεων χρησιμοποιώντας ως σημαίες τα ιερά λάβαρα των εκκλησιών τους. Οι ποικίλες επαναστατικές σημαίες ήταν συνήθως μονόχρωμες, δίχρωμες ή πολύχρωμες και αποκαλούντο φλάμπουρα (λατ. fiammulum), μπαϊράκια (τουρκ. bayrak) ή παντιέρες (ιταλ. bandiera). Τα φλάμπουρα ήταν κατά κύριο λόγo μονόχρωμα και έφεραν το σημείο του σταυρού, χρησιμοποιούντο δε κυρίως σε εορταστικές εκδηλώσεις, ενώ οι παντιέρες και τα μπαϊράκια είχαν χρήση ως πολεμικές σημαίες. Τα τρία αυτά είδη σημαιών φέρονταν σε κοντάρι που κατέληγε σε σιδερένιο σταυρό, η απόληξη του οποίου σχημάτιζε λόγχη - συνεπώς το κοντάρι ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί και ως αγχέμαχο όπλο. Η προς τα κάτω απόληξη, "ο σαυρωτήρ", ήταν μυτερή ώστε το κοντάρι να μπορεί να στερεώνεται εύκολα στο έδαφος, ακριβώς όπως τα αρχαία ελληνικά δόρατα. Ο τύπος σημαίας με απεικόνιση αετού (μονοκέφαλου ή δικέφαλου) και σταυρού φαίνεται πως κυριάρχησε στον κυρίως ελλαδικό κορμό (Στερεά Ελλάδα), ενώ στην Πελοπόννησο οι σημαίες έφεραν, κατά κύριο λόγο, παραστάσεις Αγίων (με επικρατέστερους τον Άγιο Γεώργιο και τον Αγιο Δημήτριο) και σταυρό σε συνδυασμό με θρησκευτικές ή άλλες ρήσεις. Mια προεπαναστατική σημαία που χρήζει ιδιαίτερης μνείας είναι αυτή του θρυλικού "μαύρου στόλου". Το φθινόπωρο του 1807 πραγματοποιήθηκε στη Σκιάθο συνάντηση πολλών από τους πιο φημισμένους οπλαρχηγούς της ελληνικής επικράτειας (Ιωάννης Σταθάς, Νικοτσάρας, Θ. Κολοκοτρώνης, Θ. Βλαχάβας κ.ά.). Αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν κοινές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων, γι' αυτό κατασκεύασαν στόλο αποτελούμενο από 70 μικρά πλοία. Όλα τα σκάφη ήταν βαμμένα μαύρα και έτσι τα ονόμασαν "μαύρα καράβια". Σε όλα αναρτήθηκε η μελλοντική σημαία του κράτους, γαλάζια με λευκό σταυρό στη μέση. Η πρώτη επίσημη και αναγνωρισμένη από όλα τα κράτη σημαία ελληνικής πολιτείας ήταν αυτή της Επτανήσου Πολιτείας. Υιοθετήθηκε όταν τα Επτάνησα κατέστησαν αυτόνομα (συνθήκη Κωνσταντινούπολης, 1800) υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Η σημαία του νέου κρατιδίου ορίστηκε να φέρει σε κυανό βάθος τον κιτρινωπό ενετικό φτερωτό λέοντα του Αγίου Μάρκου, ο οποίος κρατούσε το Ευαγγέλιο και δέσμη επτά λογχών που συμβόλιζαν τα επτά νησιά της ομόσπονδης πολιτείας. Τις λόγχες συνέδεε μια ταινία η οποία έφερε τη χρονολογία 1800, έτος ίδρυσης του κράτους. |